諦めのいい
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αυτός που ξέρει πότε να παραιτηθεί, ικανός στο να αφήνει τα πράγματα πίσω του, αυτός που αποδέχεται την αποτυχία με αξιοπρέπεια, αυτός που ξέρει να χάνει
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 諦めのいい
- Παρόν (ευγενικό)
- 諦めのいいです
- Άρνηση (απλή)
- 諦めのいくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 諦めのいくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 諦めのいかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 諦めのいかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 諦めのいくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 諦めのいくなかったです
- Τε-μορφή
- 諦めのいくて
- Υποθετική (ば)
- 諦めのいければ
- Υποθετική (たら)
- 諦めのいかったら