かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιστορικό αυτοκτονία για λόγους διαμαρτυρίας (προκειμένου να αποτραπεί ο ηγεμόνας από μια λανθασμένη πράξη), προετοιμασία για θάνατο ως προσπάθεια αποτροπής του ηγεμόνα

Κλίση

Παρόν (απλό)
諫死する
Παρόν (ευγενικό)
諫死します
Άρνηση (απλή)
諫死しない
Άρνηση (ευγενική)
諫死しません
Παρελθόν (απλό)
諫死した
Παρελθόν (ευγενικό)
諫死しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
諫死しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
諫死しませんでした
Τε-μορφή
諫死して
Δυνητική
諫死できる
Προστακτική
諫死しろ
Βουλητική
諫死しよう
Υποθετική (ば)
諫死すれば