諭さとす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νουθετώ, εξηγώ, υποδεικνύω το σωστό, συμβουλεύω, προσπαθώ να πείσω, παροτρύνω, επιπλήττω, προειδοποιώ

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれを諭さとした。

    Τον συμβούλεψα.

  • 先生せんせいが生徒せいとに、間違まちがいを諭さとしました。

    Ο δάσκαλος εξήγησε στους μαθητές το λάθος τους.

  • 感情的かんじょうてきになる前まえに、冷静れいせいに彼かれを諭さとす必要ひつようがあると感かんじました。

    Ένιωσα την ανάγκη να τον συμβουλεύσω ψύχραιμα πριν γίνει συναισθηματικός.

Κλίση

Παρόν (απλό)
諭す
Παρόν (ευγενικό)
諭します
Άρνηση (απλή)
諭さない
Άρνηση (ευγενική)
諭しません
Παρελθόν (απλό)
諭した
Παρελθόν (ευγενικό)
諭しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
諭さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
諭しませんでした
Τε-μορφή
諭して
Δυνητική
諭せる
Προστακτική
諭せ
Βουλητική
諭そう
Υποθετική (ば)
諭せば