はか

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμβουλεύομαι, συζητώ, διασκέπτομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
諮る
Παρόν (ευγενικό)
諮ります
Άρνηση (απλή)
諮らない
Άρνηση (ευγενική)
諮りません
Παρελθόν (απλό)
諮った
Παρελθόν (ευγενικό)
諮りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
諮らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
諮りませんでした
Τε-μορφή
諮って
Δυνητική
諮れる
Προστακτική
諮れ
Βουλητική
諮ろう
Υποθετική (ば)
諮れば