そらんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποστηθίζω, μαθαίνω απέξω, απαγγέλλω από μνήμης

Κλίση

Παρόν (απλό)
諳んじる
Παρόν (ευγενικό)
諳んじます
Άρνηση (απλή)
諳んじない
Άρνηση (ευγενική)
諳んじません
Παρελθόν (απλό)
諳んじた
Παρελθόν (ευγενικό)
諳んじました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
諳んじなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
諳んじませんでした
Τε-μορφή
諳んじて
Δυνητική
諳んじられる
Προστακτική
諳んじろ
Βουλητική
諳んじよう
Υποθετική (ば)
諳んじれば