諾う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρωχημένο συμφωνώ (σε πρόταση, αίτημα κ.λπ.), συναινώ, αποδέχομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 諾う
- Παρόν (ευγενικό)
- 諾います
- Άρνηση (απλή)
- 諾わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 諾いません
- Παρελθόν (απλό)
- 諾った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 諾いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 諾わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 諾いませんでした
- Τε-μορφή
- 諾って
- Δυνητική
- 諾える
- Προστακτική
- 諾え
- Βουλητική
- 諾おう
- Υποθετική (ば)
- 諾えば
- Υποθετική (たら)
- 諾ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 諾いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 諾うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 諾いなさい
- Παθητική
- 諾われる
- Αιτιατική
- 諾わせる