たばか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σχεδιάζω δόλο, εξυφαίνω πλεκτάνη, εξαπατώ, παραπλανώ, ξεγελώ
  2. 02 αρχαϊκό καταστρώνω σχέδιο, επεξεργάζομαι ένα σχέδιο
  3. 03 αρχαϊκό συζητώ, διαβουλεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
謀る
Παρόν (ευγενικό)
謀ります
Άρνηση (απλή)
謀らない
Άρνηση (ευγενική)
謀りません
Παρελθόν (απλό)
謀った
Παρελθόν (ευγενικό)
謀りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
謀らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
謀りませんでした
Τε-μορφή
謀って
Δυνητική
謀れる
Προστακτική
謀れ
Βουλητική
謀ろう
Υποθετική (ば)
謀れば