えっ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι δεκτός σε ακρόαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
謁すする
Παρόν (ευγενικό)
謁すします
Άρνηση (απλή)
謁すしない
Άρνηση (ευγενική)
謁すしません
Παρελθόν (απλό)
謁すした
Παρελθόν (ευγενικό)
謁すしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
謁すしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
謁すしませんでした
Τε-μορφή
謁すして
Δυνητική
謁すできる
Προστακτική
謁すしろ
Βουλητική
謁すしよう
Υποθετική (ば)
謁すすれば