なぞける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέτω αίνιγμα
  2. 02 δίνω υπόνοια, υπονοώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
謎を掛ける
Παρόν (ευγενικό)
謎を掛けます
Άρνηση (απλή)
謎を掛けない
Άρνηση (ευγενική)
謎を掛けません
Παρελθόν (απλό)
謎を掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
謎を掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
謎を掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
謎を掛けませんでした
Τε-μορφή
謎を掛けて
Δυνητική
謎を掛けられる
Προστακτική
謎を掛けろ
Βουλητική
謎を掛けよう
Υποθετική (ば)
謎を掛ければ