講じる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραδίδω διάλεξη, διαβάζω δυνατά, δίνω διάλεξη
- 02 σχεδιάζω (π.χ. στρατηγική), επεξεργάζομαι (π.χ. τακτική), λαμβάνω (π.χ. μέτρα), υλοποιώ (π.χ. σχέδιο), υιοθετώ (π.χ. πολιτική)
- 03 συζητώ, συνδιαλέγομαι, διαπραγματεύομαι
- 04 συμφιλιώνομαι, συνάπτω ειρήνη, τα βρίσκω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 講じる
- Παρόν (ευγενικό)
- 講じます
- Άρνηση (απλή)
- 講じない
- Άρνηση (ευγενική)
- 講じません
- Παρελθόν (απλό)
- 講じた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 講じました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 講じなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 講じませんでした
- Τε-μορφή
- 講じて
- Δυνητική
- 講じられる
- Προστακτική
- 講じろ
- Βουλητική
- 講じよう
- Υποθετική (ば)
- 講じれば
- Υποθετική (たら)
- 講じたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 講じたい
- Απαγορευτική (~な)
- 講じるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 講じなさい
- Παθητική
- 講じられる
- Αιτιατική
- 講じさせる