講和
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συμφιλίωση (μεταξύ εμπολέμων εθνών), ειρήνη (σύναψη ειρήνης)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 講和する
- Παρόν (ευγενικό)
- 講和します
- Άρνηση (απλή)
- 講和しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 講和しません
- Παρελθόν (απλό)
- 講和した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 講和しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 講和しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 講和しませんでした
- Τε-μορφή
- 講和して
- Δυνητική
- 講和できる
- Προστακτική
- 講和しろ
- Βουλητική
- 講和しよう
- Υποθετική (ば)
- 講和すれば
- Υποθετική (たら)
- 講和したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 講和したい
- Απαγορευτική (~な)
- 講和するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 講和しなさい
- Παθητική
- 講和される
- Αιτιατική
- 講和させる