おう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγαλλίαση, δοξολογία, ευφορία, εορτασμός, απόλαυση, υμνολογία

Κλίση

Παρόν (απλό)
謳歌する
Παρόν (ευγενικό)
謳歌します
Άρνηση (απλή)
謳歌しない
Άρνηση (ευγενική)
謳歌しません
Παρελθόν (απλό)
謳歌した
Παρελθόν (ευγενικό)
謳歌しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
謳歌しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
謳歌しませんでした
Τε-μορφή
謳歌して
Δυνητική
謳歌できる
Προστακτική
謳歌しろ
Βουλητική
謳歌しよう
Υποθετική (ば)
謳歌すれば