けいしょうらす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπώ καμπάνα κινδύνου
  2. 02 ιδιωματισμός ηχώ προειδοποίηση, κρούω τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώ, σημαίνω συναγερμό, αφυπνίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
警鐘を鳴らす
Παρόν (ευγενικό)
警鐘を鳴らします
Άρνηση (απλή)
警鐘を鳴らさない
Άρνηση (ευγενική)
警鐘を鳴らしません
Παρελθόν (απλό)
警鐘を鳴らした
Παρελθόν (ευγενικό)
警鐘を鳴らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
警鐘を鳴らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
警鐘を鳴らしませんでした
Τε-μορφή
警鐘を鳴らして
Δυνητική
警鐘を鳴らせる
Προστακτική
警鐘を鳴らせ
Βουλητική
警鐘を鳴らそう
Υποθετική (ば)
警鐘を鳴らせば