せきうば

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταλαμβάνω την έδρα κάποιου (σε εκλογές), κερδίζω έναν εν ενεργεία βουλευτή

Κλίση

Παρόν (απλό)
議席を奪う
Παρόν (ευγενικό)
議席を奪います
Άρνηση (απλή)
議席を奪わない
Άρνηση (ευγενική)
議席を奪いません
Παρελθόν (απλό)
議席を奪った
Παρελθόν (ευγενικό)
議席を奪いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
議席を奪わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
議席を奪いませんでした
Τε-μορφή
議席を奪って
Δυνητική
議席を奪える
Προστακτική
議席を奪え
Βουλητική
議席を奪おう
Υποθετική (ば)
議席を奪えば