ろんになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπλέκομαι σε καυγά, αρχίζω να συζητώ
  2. 02 είμαι αμφιλεγόμενος (συνήθως ως επιθετική φράση), είμαι επίμαχος

Κλίση

Παρόν (απλό)
議論になる
Παρόν (ευγενικό)
議論になります
Άρνηση (απλή)
議論にならない
Άρνηση (ευγενική)
議論になりません
Παρελθόν (απλό)
議論になった
Παρελθόν (ευγενικό)
議論になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
議論にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
議論になりませんでした
Τε-μορφή
議論になって
Δυνητική
議論になれる
Προστακτική
議論になれ
Βουλητική
議論になろう
Υποθετική (ば)
議論になれば