譲り受ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραλαμβάνω, αποκτώ μέσω μεταβίβασης, κληρονομώ, δέχομαι
- 02 αγοράζω, αποκτώ με αγορά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 譲り受ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 譲り受けます
- Άρνηση (απλή)
- 譲り受けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 譲り受けません
- Παρελθόν (απλό)
- 譲り受けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 譲り受けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 譲り受けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 譲り受けませんでした
- Τε-μορφή
- 譲り受けて
- Δυνητική
- 譲り受けられる
- Προστακτική
- 譲り受けろ
- Βουλητική
- 譲り受けよう
- Υποθετική (ば)
- 譲り受ければ
- Υποθετική (たら)
- 譲り受けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 譲り受けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 譲り受けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 譲り受けなさい
- Παθητική
- 譲り受けられる
- Αιτιατική
- 譲り受けさせる