さんだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έπαινος προς τον Βούδα, κήρυγμα
  2. 02 έπαινος (η δεύτερη από τις πέντε πύλες της ενσυνειδητότητας)
  3. 03 ύφος βουδιστικού ύμνου, συνήθως για τον έπαινο του Βούδα, των Μποντισάτβα, των βουδιστικών διδασκαλιών κ.λπ.
  4. 04 αρχαϊκό φήμη, διάδοση, φήμες

Κλίση

Παρόν (απλό)
讃談する
Παρόν (ευγενικό)
讃談します
Άρνηση (απλή)
讃談しない
Άρνηση (ευγενική)
讃談しません
Παρελθόν (απλό)
讃談した
Παρελθόν (ευγενικό)
讃談しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
讃談しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
讃談しませんでした
Τε-μορφή
讃談して
Δυνητική
讃談できる
Προστακτική
讃談しろ
Βουλητική
讃談しよう
Υποθετική (ば)
讃談すれば