まめまき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπορά φασολιών (ή οσπρίων κ.λπ.)
  2. 02 σκόρπισμα καβουρδισμένων φασολιών (για την απομάκρυνση κακών πνευμάτων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
豆まきする
Παρόν (ευγενικό)
豆まきします
Άρνηση (απλή)
豆まきしない
Άρνηση (ευγενική)
豆まきしません
Παρελθόν (απλό)
豆まきした
Παρελθόν (ευγενικό)
豆まきしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
豆まきしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
豆まきしませんでした
Τε-μορφή
豆まきして
Δυνητική
豆まきできる
Προστακτική
豆まきしろ
Βουλητική
豆まきしよう
Υποθετική (ば)
豆まきすれば