ぞうんでもこわれない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός εξαιρετικά ανθεκτικός, αρκετά γερός ώστε να τον πατήσει ελέφαντας

Κλίση

Παρόν (απλό)
象が踏んでも壊れない
Παρόν (ευγενικό)
象が踏んでも壊れないです
Άρνηση (απλή)
象が踏んでも壊れなくない
Άρνηση (ευγενική)
象が踏んでも壊れなくないです
Παρελθόν (απλό)
象が踏んでも壊れなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
象が踏んでも壊れなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
象が踏んでも壊れなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
象が踏んでも壊れなくなかったです
Τε-μορφή
象が踏んでも壊れなくて
Υποθετική (ば)
象が踏んでも壊れなければ