かたど

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προπλάθω, παίρνω τη μορφή του, κατασκευάζομαι με βάση κάποιο πρότυπο, μιμούμαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα συμβολίζω, αντιπροσωπεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
象る
Παρόν (ευγενικό)
象ります
Άρνηση (απλή)
象らない
Άρνηση (ευγενική)
象りません
Παρελθόν (απλό)
象った
Παρελθόν (ευγενικό)
象りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
象らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
象りませんでした
Τε-μορφή
象って
Δυνητική
象れる
Προστακτική
象れ
Βουλητική
象ろう
Υποθετική (ば)
象れば