ごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καυχησιολογία, μεγαλοστομία, βαρύγδουπα λόγια
  2. 02 σπάνιο αυστραλιανή αγγλική γλώσσα

Κλίση

Παρόν (απλό)
豪語する
Παρόν (ευγενικό)
豪語します
Άρνηση (απλή)
豪語しない
Άρνηση (ευγενική)
豪語しません
Παρελθόν (απλό)
豪語した
Παρελθόν (ευγενικό)
豪語しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
豪語しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
豪語しませんでした
Τε-μορφή
豪語して
Δυνητική
豪語できる
Προστακτική
豪語しろ
Βουλητική
豪語しよう
Υποθετική (ば)
豪語すれば