かい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φυσώ κοχύλι, σαλπίζω με όστρακο, ηχώ πολεμικό κέρας

Κλίση

Παρόν (απλό)
貝を吹く
Παρόν (ευγενικό)
貝を吹きます
Άρνηση (απλή)
貝を吹かない
Άρνηση (ευγενική)
貝を吹きません
Παρελθόν (απλό)
貝を吹いた
Παρελθόν (ευγενικό)
貝を吹きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貝を吹かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貝を吹きませんでした
Τε-μορφή
貝を吹いて
Δυνητική
貝を吹ける
Προστακτική
貝を吹け
Βουλητική
貝を吹こう
Υποθετική (ば)
貝を吹けば