負け越す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έχω περισσότερες ήττες από νίκες, υπολείπομαι έναντι αντιπάλου (π.χ. κατά δύο παιχνίδια), είμαι πίσω (σε νίκες), έχω αρνητικό ρεκόρ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 負け越す
- Παρόν (ευγενικό)
- 負け越します
- Άρνηση (απλή)
- 負け越さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 負け越しません
- Παρελθόν (απλό)
- 負け越した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 負け越しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 負け越さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 負け越しませんでした
- Τε-μορφή
- 負け越して
- Δυνητική
- 負け越せる
- Προστακτική
- 負け越せ
- Βουλητική
- 負け越そう
- Υποθετική (ば)
- 負け越せば
- Υποθετική (たら)
- 負け越したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 負け越したい
- Απαγορευτική (~な)
- 負け越すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 負け越しなさい
- Παθητική
- 負け越される
- Αιτιατική
- 負け越させる