ぶる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα κουβαλάω ένα παιδί στην πλάτη

Κλίση

Παρόν (απλό)
負ぶる
Παρόν (ευγενικό)
負ぶります
Άρνηση (απλή)
負ぶらない
Άρνηση (ευγενική)
負ぶりません
Παρελθόν (απλό)
負ぶった
Παρελθόν (ευγενικό)
負ぶりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
負ぶらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
負ぶりませんでした
Τε-μορφή
負ぶって
Δυνητική
負ぶれる
Προστακτική
負ぶれ
Βουλητική
負ぶろう
Υποθετική (ば)
負ぶれば