負んぶ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μεταφορά κάποιου στην πλάτη (κυρίως παιδιού), piggyback
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βασίζομαι σε κάποιον, εξαρτώμαι (οικονομικά) από κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 負んぶする
- Παρόν (ευγενικό)
- 負んぶします
- Άρνηση (απλή)
- 負んぶしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 負んぶしません
- Παρελθόν (απλό)
- 負んぶした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 負んぶしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 負んぶしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 負んぶしませんでした
- Τε-μορφή
- 負んぶして
- Δυνητική
- 負んぶできる
- Προστακτική
- 負んぶしろ
- Βουλητική
- 負んぶしよう
- Υποθετική (ば)
- 負んぶすれば
- Υποθετική (たら)
- 負んぶしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 負んぶしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 負んぶするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 負んぶしなさい
- Παθητική
- 負んぶされる
- Αιτιατική
- 負んぶさせる