たん

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βάρος, φορτίο, ευθύνη
  2. 02 επωμίζομαι, αναλαμβάνω (κόστος, ευθύνη κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 家賃やちん支払しはらいは負担ふたんおおきい。

    Το να πληρώνεις το ενοίκιο είναι μεγάλο βάρος.

  • だれにも負担ふたんをかけたくないとおもっています。

    Δεν θέλω να επιβαρύνω κανέναν.

  • 高齢化社会こうれいかしゃかいにおいて、若者わかものへの社会保障費しゃかいほしょうひ負担ふたん増大ぞうだいしている。

    Στην ολοένα και γηράσκουσα κοινωνία μας, το βάρος των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης για τους νέους αυξάνεται συνεχώς.

Κλίση

Παρόν (απλό)
負担する
Παρόν (ευγενικό)
負担します
Άρνηση (απλή)
負担しない
Άρνηση (ευγενική)
負担しません
Παρελθόν (απλό)
負担した
Παρελθόν (ευγενικό)
負担しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
負担しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
負担しませんでした
Τε-μορφή
負担して
Δυνητική
負担できる
Προστακτική
負担しろ
Βουλητική
負担しよう
Υποθετική (ば)
負担すれば