たんをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβαρύνω, καταπονώ (π.χ. αντοχές)

Κλίση

Παρόν (απλό)
負担をかける
Παρόν (ευγενικό)
負担をかけます
Άρνηση (απλή)
負担をかけない
Άρνηση (ευγενική)
負担をかけません
Παρελθόν (απλό)
負担をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
負担をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
負担をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
負担をかけませんでした
Τε-μορφή
負担をかけて
Δυνητική
負担をかけられる
Προστακτική
負担をかけろ
Βουλητική
負担をかけよう
Υποθετική (ば)
負担をかければ