財産を食いつぶす
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξοδεύω αλόγιστα την περιουσία μου (ζώντας στην αργία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 財産を食いつぶす
- Παρόν (ευγενικό)
- 財産を食いつぶします
- Άρνηση (απλή)
- 財産を食いつぶさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 財産を食いつぶしません
- Παρελθόν (απλό)
- 財産を食いつぶした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 財産を食いつぶしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 財産を食いつぶさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 財産を食いつぶしませんでした
- Τε-μορφή
- 財産を食いつぶして
- Δυνητική
- 財産を食いつぶせる
- Προστακτική
- 財産を食いつぶせ
- Βουλητική
- 財産を食いつぶそう
- Υποθετική (ば)
- 財産を食いつぶせば
- Υποθετική (たら)
- 財産を食いつぶしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 財産を食いつぶしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 財産を食いつぶすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 財産を食いつぶしなさい
- Παθητική
- 財産を食いつぶされる
- Αιτιατική
- 財産を食いつぶさせる