みつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποστηρίζω οικονομικά κάποιον, χρηματοδοτώ, παρέχω χρήματα, προσφέρω για υποστήριξη
  2. 02 προσφέρω χρήματα ή δώρα σε μονάρχη (φεουδάρχη, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
貢ぐ
Παρόν (ευγενικό)
貢ぎます
Άρνηση (απλή)
貢がない
Άρνηση (ευγενική)
貢ぎません
Παρελθόν (απλό)
貢いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
貢ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貢がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貢ぎませんでした
Τε-μορφή
貢いで
Δυνητική
貢げる
Προστακτική
貢げ
Βουλητική
貢ごう
Υποθετική (ば)
貢げば