ひんする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταντώ φτωχός, είμαι φτωχός

Κλίση

Παρόν (απλό)
貧する
Παρόν (ευγενικό)
貧します
Άρνηση (απλή)
貧しない
Άρνηση (ευγενική)
貧しません
Παρελθόν (απλό)
貧した
Παρελθόν (ευγενικό)
貧しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貧しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貧しませんでした
Τε-μορφή
貧して
Δυνητική
貧できる
Προστακτική
貧しろ
Βουλητική
貧しよう
Υποθετική (ば)
貧すれば