Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
貧乏人
びんぼうにん
貧
貧
びん
乏
ぼう
人
にん
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
φτωχός, άπορος