むさぼくす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταναλώνω άπληστα

Κλίση

Παρόν (απλό)
貪り尽くす
Παρόν (ευγενικό)
貪り尽くします
Άρνηση (απλή)
貪り尽くさない
Άρνηση (ευγενική)
貪り尽くしません
Παρελθόν (απλό)
貪り尽くした
Παρελθόν (ευγενικό)
貪り尽くしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貪り尽くさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貪り尽くしませんでした
Τε-μορφή
貪り尽くして
Δυνητική
貪り尽くせる
Προστακτική
貪り尽くせ
Βουλητική
貪り尽くそう
Υποθετική (ば)
貪り尽くせば