貪むさぼる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λαχταρώ, επιθυμώ σφόδρα, πλεονεκτώ, διψώ για κάτι, επιζητώ ακόρεστα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επιδίδομαι σε κάτι, κάνω κάτι ακατάπαυστα, συνεχίζω να κάνω κάτι αδιάκοπα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα τρώω άπληστα, καταβροχθίζω

Παραδείγματα

  • 子こどもは果物くだものを貪むさぼって食たべた。

    Το παιδί έφαγε τα φρούτα λαίμαργα.

  • 彼かれは知識ちしきを貪むさぼるように、毎日まいにち本ほんを読よんでいる。

    Διαβάζει βιβλία κάθε μέρα σαν να διψά για γνώση.

  • 現代社会げんだいしゃかいでは、人々ひとびとが物質的ぶっしつてきな豊かゆたさを貪むさぼり、精神的せいしんてきな充足じゅうそくが疎おろそかになりがちだ。

    Στη σύγχρονη κοινωνία, οι άνθρωποι τείνουν να επιδιώκουν ακόρεστα τον υλικό πλούτο, παραμελώντας την πνευματική ικανοποίηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
貪る
Παρόν (ευγενικό)
貪ります
Άρνηση (απλή)
貪らない
Άρνηση (ευγενική)
貪りません
Παρελθόν (απλό)
貪った
Παρελθόν (ευγενικό)
貪りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貪らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貪りませんでした
Τε-μορφή
貪って
Δυνητική
貪れる
Προστακτική
貪れ
Βουλητική
貪ろう
Υποθετική (ば)
貪れば