貫き通す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαπερνώ, διατρυπώ
- 02 εμμένω (σε απόψεις, αρχές κ.λπ.), φέρω εις πέρας, επιμένω σε, διατηρώ (π.χ. πίστη), διαφυλάσσω (π.χ. ανεξαρτησία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 貫き通す
- Παρόν (ευγενικό)
- 貫き通します
- Άρνηση (απλή)
- 貫き通さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 貫き通しません
- Παρελθόν (απλό)
- 貫き通した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 貫き通しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 貫き通さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 貫き通しませんでした
- Τε-μορφή
- 貫き通して
- Δυνητική
- 貫き通せる
- Προστακτική
- 貫き通せ
- Βουλητική
- 貫き通そう
- Υποθετική (ば)
- 貫き通せば
- Υποθετική (たら)
- 貫き通したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 貫き通したい
- Απαγορευτική (~な)
- 貫き通すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 貫き通しなさい
- Παθητική
- 貫き通される
- Αιτιατική
- 貫き通させる