貫く
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαπερνάω, τρυπάω, διεισδύω
- 02 διαρρέω (π.χ. ποταμός μέσα από πόλη), διασχίζω
- 03 εμμένω (σε γνώμη, αρχές κ.λπ.), εκτελώ, επιμένω, τηρώ (π.χ. πίστη), διατηρώ (π.χ. ανεξαρτησία)
Παραδείγματα
-
矢が的を貫く。
Ένα βέλος διαπερνά τον στόχο.
-
彼は自分の信念を貫いた。
Επέμεινε στις πεποιθήσεις του.
-
どんな困難に直面しても、彼は常に自身の目標を貫こうと努力した。
Όποιες δυσκολίες κι αν αντιμετώπιζε, εκείνος πάντα προσπαθούσε να επιμείνει στους στόχους του.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 貫く
- Παρόν (ευγενικό)
- 貫きます
- Άρνηση (απλή)
- 貫かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 貫きません
- Παρελθόν (απλό)
- 貫いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 貫きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 貫かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 貫きませんでした
- Τε-μορφή
- 貫いて
- Δυνητική
- 貫ける
- Προστακτική
- 貫け
- Βουλητική
- 貫こう
- Υποθετική (ば)
- 貫けば
- Υποθετική (たら)
- 貫いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 貫きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 貫くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 貫きなさい
- Παθητική
- 貫かれる
- Αιτιατική
- 貫かせる