かんにゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διείσδυση, διαπότιση
  2. 02 εισβολή
  3. 03 ράγισμα (σε κεραμικό γλάσο), δικτυωτή ρωγμάτωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
貫入する
Παρόν (ευγενικό)
貫入します
Άρνηση (απλή)
貫入しない
Άρνηση (ευγενική)
貫入しません
Παρελθόν (απλό)
貫入した
Παρελθόν (ευγενικό)
貫入しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貫入しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貫入しませんでした
Τε-μορφή
貫入して
Δυνητική
貫入できる
Προστακτική
貫入しろ
Βουλητική
貫入しよう
Υποθετική (ば)
貫入すれば