貫徹
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκπλήρωση, πραγματοποίηση, επίτευξη, υλοποίηση
- 02 διείσδυση, διάχυση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 貫徹する
- Παρόν (ευγενικό)
- 貫徹します
- Άρνηση (απλή)
- 貫徹しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 貫徹しません
- Παρελθόν (απλό)
- 貫徹した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 貫徹しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 貫徹しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 貫徹しませんでした
- Τε-μορφή
- 貫徹して
- Δυνητική
- 貫徹できる
- Προστακτική
- 貫徹しろ
- Βουλητική
- 貫徹しよう
- Υποθετική (ば)
- 貫徹すれば
- Υποθετική (たら)
- 貫徹したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 貫徹したい
- Απαγορευτική (~な)
- 貫徹するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 貫徹しなさい
- Παθητική
- 貫徹される
- Αιτιατική
- 貫徹させる