かんつう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνάω μέσα (π.χ. σήραγγας, σφαίρας), διαπερνώ, διεισδύω, διατρυπώ
  2. 02 αρχαϊκό κατέχω άριστα, γνωρίζω σε βάθος

Παραδείγματα

  • 弾丸だんがんかべ貫通かんつうした

    Η σφαίρα διαπέρασε τον τοίχο.

  • トンネルはやま貫通かんつうしてつくられた。

    Η σήραγγα κατασκευάστηκε περνώντας μέσα από το βουνό.

  • かれ意見いけんは、問題もんだい本質ほんしつ貫通かんつうするするど洞察力どうさつりょくちていた。

    Η άποψή του ήταν γεμάτη οξεία διορατικότητα που διαπερνούσε την ουσία του προβλήματος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
貫通する
Παρόν (ευγενικό)
貫通します
Άρνηση (απλή)
貫通しない
Άρνηση (ευγενική)
貫通しません
Παρελθόν (απλό)
貫通した
Παρελθόν (ευγενικό)
貫通しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貫通しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貫通しませんでした
Τε-μορφή
貫通して
Δυνητική
貫通できる
Προστακτική
貫通しろ
Βουλητική
貫通しよう
Υποθετική (ば)
貫通すれば