責せめる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατηγορώ, επικρίνω, επιπλήττω, ψέγω, καταδικάζω
  2. 02 πιέζω, παρακινώ, ενοχλώ
  3. 03 βασανίζω, ταλαιπωρώ, καταδιώκω
  4. 04 εκπαιδεύω, δαμάζω (άλογο)

Παραδείγματα

  • なぜ私わたしを責せめるのですか。

    Γιατί με κατηγορείς;

  • 彼かれを一方的いっぽうてきに責せめるのは間違まちがっています。

    Είναι λάθος να τον κατηγορείς μονόπλευρα.

  • 困難こんなんな状況じょうきょうに陥おちいったとしても、他人たにんばかりを責せめるのではなく、まずは自分じぶんにできることを考かんがえるべきです。

    Ακόμα κι αν βρεθούμε σε δύσκολη κατάσταση, αντί να κατηγορούμε μόνο τους άλλους, θα πρέπει πρώτα να σκεφτούμε τι μπορούμε να κάνουμε εμείς οι ίδιοι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
責める
Παρόν (ευγενικό)
責めます
Άρνηση (απλή)
責めない
Άρνηση (ευγενική)
責めません
Παρελθόν (απλό)
責めた
Παρελθόν (ευγενικό)
責めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
責めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
責めませんでした
Τε-μορφή
責めて
Δυνητική
責められる
Προστακτική
責めろ
Βουλητική
責めよう
Υποθετική (ば)
責めれば