とす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιέζω κάποιον να κάνει κάτι
  2. 02 εξαναγκάζω σε ομολογία

Κλίση

Παρόν (απλό)
責め落とす
Παρόν (ευγενικό)
責め落とします
Άρνηση (απλή)
責め落とさない
Άρνηση (ευγενική)
責め落としません
Παρελθόν (απλό)
責め落とした
Παρελθόν (ευγενικό)
責め落としました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
責め落とさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
責め落としませんでした
Τε-μορφή
責め落として
Δυνητική
責め落とせる
Προστακτική
責め落とせ
Βουλητική
責め落とそう
Υποθετική (ば)
責め落とせば