なじ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο ανακρίνω αυστηρά, εξετάζω ενδελεχώς

Κλίση

Παρόν (απλό)
責め詰る
Παρόν (ευγενικό)
責め詰ります
Άρνηση (απλή)
責め詰らない
Άρνηση (ευγενική)
責め詰りません
Παρελθόν (απλό)
責め詰った
Παρελθόν (ευγενικό)
責め詰りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
責め詰らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
責め詰りませんでした
Τε-μορφή
責め詰って
Δυνητική
責め詰れる
Προστακτική
責め詰れ
Βουλητική
責め詰ろう
Υποθετική (ば)
責め詰れば