まる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκεντρώνομαι, αποταμιεύομαι (για χρήματα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
貯まる
Παρόν (ευγενικό)
貯まります
Άρνηση (απλή)
貯まらない
Άρνηση (ευγενική)
貯まりません
Παρελθόν (απλό)
貯まった
Παρελθόν (ευγενικό)
貯まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貯まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貯まりませんでした
Τε-μορφή
貯まって
Δυνητική
貯まれる
Προστακτική
貯まれ
Βουλητική
貯まろう
Υποθετική (ば)
貯まれば