ちょりゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συσσώρευση (π.χ. νερού), συγκράτηση, αποθήκευση, συλλογή, δέσμευση (π.χ. διοξειδίου του άνθρακα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
貯留する
Παρόν (ευγενικό)
貯留します
Άρνηση (απλή)
貯留しない
Άρνηση (ευγενική)
貯留しません
Παρελθόν (απλό)
貯留した
Παρελθόν (ευγενικό)
貯留しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貯留しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貯留しませんでした
Τε-μορφή
貯留して
Δυνητική
貯留できる
Προστακτική
貯留しろ
Βουλητική
貯留しよう
Υποθετική (ば)
貯留すれば