ちょきん

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποταμίευση, οικονομίες, κατάθεση (π.χ. σε τράπεζα)
  2. 02 συσωρευμένος πλεονασματικός αριθμός νικών, νίκες στο ενεργητικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
貯金する
Παρόν (ευγενικό)
貯金します
Άρνηση (απλή)
貯金しない
Άρνηση (ευγενική)
貯金しません
Παρελθόν (απλό)
貯金した
Παρελθόν (ευγενικό)
貯金しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貯金しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貯金しませんでした
Τε-μορφή
貯金して
Δυνητική
貯金できる
Προστακτική
貯金しろ
Βουλητική
貯金しよう
Υποθετική (ば)
貯金すれば