貯金
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποταμίευση, οικονομίες, κατάθεση (π.χ. σε τράπεζα)
- 02 συσωρευμένος πλεονασματικός αριθμός νικών, νίκες στο ενεργητικό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 貯金する
- Παρόν (ευγενικό)
- 貯金します
- Άρνηση (απλή)
- 貯金しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 貯金しません
- Παρελθόν (απλό)
- 貯金した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 貯金しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 貯金しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 貯金しませんでした
- Τε-μορφή
- 貯金して
- Δυνητική
- 貯金できる
- Προστακτική
- 貯金しろ
- Βουλητική
- 貯金しよう
- Υποθετική (ば)
- 貯金すれば
- Υποθετική (たら)
- 貯金したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 貯金したい
- Απαγορευτική (~な)
- 貯金するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 貯金しなさい
- Παθητική
- 貯金される
- Αιτιατική
- 貯金させる