もらける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαμβάνω, παίρνω
  2. 02 δέχομαι κάτι ως δώρο, παίρνω κάτι που μου δίνουν

Κλίση

Παρόν (απλό)
貰い受ける
Παρόν (ευγενικό)
貰い受けます
Άρνηση (απλή)
貰い受けない
Άρνηση (ευγενική)
貰い受けません
Παρελθόν (απλό)
貰い受けた
Παρελθόν (ευγενικό)
貰い受けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貰い受けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貰い受けませんでした
Τε-μορφή
貰い受けて
Δυνητική
貰い受けられる
Προστακτική
貰い受けろ
Βουλητική
貰い受けよう
Υποθετική (ば)
貰い受ければ