げる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγοράζω (από κυβέρνηση, δημόσιο οργανισμό κ.λπ. από ιδιώτη), πραγματοποιώ αγορά
  2. 02 εξαγοράζω ολόκληρο το απόθεμα (κάποιου πράγματος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
買い上げる
Παρόν (ευγενικό)
買い上げます
Άρνηση (απλή)
買い上げない
Άρνηση (ευγενική)
買い上げません
Παρελθόν (απλό)
買い上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
買い上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
買い上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
買い上げませんでした
Τε-μορφή
買い上げて
Δυνητική
買い上げられる
Προστακτική
買い上げろ
Βουλητική
買い上げよう
Υποθετική (ば)
買い上げれば