買い与える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αγοράζω κάτι ως δώρο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 買い与える
- Παρόν (ευγενικό)
- 買い与えます
- Άρνηση (απλή)
- 買い与えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 買い与えません
- Παρελθόν (απλό)
- 買い与えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 買い与えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 買い与えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 買い与えませんでした
- Τε-μορφή
- 買い与えて
- Δυνητική
- 買い与えられる
- Προστακτική
- 買い与えろ
- Βουλητική
- 買い与えよう
- Υποθετική (ば)
- 買い与えれば
- Υποθετική (たら)
- 買い与えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 買い与えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 買い与えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 買い与えなさい
- Παθητική
- 買い与えられる
- Αιτιατική
- 買い与えさせる