ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγοράζω επιπλέον, αυξάνω τα αποθέματά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
買い増す
Παρόν (ευγενικό)
買い増します
Άρνηση (απλή)
買い増さない
Άρνηση (ευγενική)
買い増しません
Παρελθόν (απλό)
買い増した
Παρελθόν (ευγενικό)
買い増しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
買い増さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
買い増しませんでした
Τε-μορφή
買い増して
Δυνητική
買い増せる
Προστακτική
買い増せ
Βουλητική
買い増そう
Υποθετική (ば)
買い増せば