える

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγοράζω καινούργιο (για αντικατάσταση), αντικαθιστώ (με νέα αγορά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
買い換える
Παρόν (ευγενικό)
買い換えます
Άρνηση (απλή)
買い換えない
Άρνηση (ευγενική)
買い換えません
Παρελθόν (απλό)
買い換えた
Παρελθόν (ευγενικό)
買い換えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
買い換えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
買い換えませんでした
Τε-μορφή
買い換えて
Δυνητική
買い換えられる
Προστακτική
買い換えろ
Βουλητική
買い換えよう
Υποθετική (ば)
買い換えれば