ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγορά και κατανάλωση σνακ ή γλυκών (κυρίως για παιδιά), τσιμπολόγημα μεταξύ των γευμάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
買い食いする
Παρόν (ευγενικό)
買い食いします
Άρνηση (απλή)
買い食いしない
Άρνηση (ευγενική)
買い食いしません
Παρελθόν (απλό)
買い食いした
Παρελθόν (ευγενικό)
買い食いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
買い食いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
買い食いしませんでした
Τε-μορφή
買い食いして
Δυνητική
買い食いできる
Προστακτική
買い食いしろ
Βουλητική
買い食いしよう
Υποθετική (ば)
買い食いすれば